Η ΔΕΘ να δώσει χώρο σε εκείνους που παράγουν
Κάθε χρόνο, ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα μέτρα που θα ανακοινωθούν, τους δικαιούχους και το δημοσιονομικό τους κόστος. Είναι μια συζήτηση αναγκαία. Δεν πρέπει, όμως, να χάσουμε από το βλέμμα μας το ουσιαστικό ερώτημα: τι χρειάζεται σήμερα η οικονομία για να συνεχίσει να αναπτύσσεται με σταθερότητα και διάρκεια;
Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα μπροστά. Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει ενισχυθεί, οι επενδύσεις έχουν επιστρέψει και η χώρα διαθέτει σήμερα μια σαφώς καλύτερη αφετηρία. Το επόμενο βήμα είναι αυτή η πρόοδος να αποκτήσει μεγαλύτερο παραγωγικό βάθος: με περισσότερες επενδύσεις, ισχυρότερη παραγωγική βάση, καλύτερες θέσεις εργασίας και επιχειρήσεις που μπορούν να μεγαλώνουν και να γίνονται πιο ανταγωνιστικές.
Η συγκυρία δίνει σε αυτό το ερώτημα ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Με την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, μεγαλύτερο μέρος της αναπτυξιακής δυναμικής θα πρέπει να στηρίζεται στην ικανότητα της ίδιας της οικονομίας να κινητοποιεί ιδιωτικές επενδύσεις, να αυξάνει την παραγωγικότητα και να δημιουργεί περισσότερη προστιθέμενη αξία. Οι επιλογές που γίνονται σήμερα πρέπει, επομένως, να βοηθούν τις επιχειρήσεις να επενδύσουν, να αποκτήσουν κλίμακα, να αξιοποιήσουν την τεχνολογία και να διευρύνουν την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές.
Παρά τη συνολική πρόοδο, η καθημερινότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθεί να είναι απαιτητική. Το υψηλό λειτουργικό και χρηματοδοτικό κόστος, η περιορισμένη ρευστότητα, οι συσσωρευμένες υποχρεώσεις και η δυσκολία πρόσβασης σε κεφάλαια περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα περιβάλλον στο οποίο η συνέπεια, η εργασία και η επένδυση να ανταμείβονται στην πράξη.
Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι οι φετινές ανακοινώσεις στη ΔΕΘ πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες παρεμβάσεις.
Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται μια νέα δυνατότητα ρύθμισης έως 120 δόσεις για τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Μια ρύθμιση σχεδιασμένη για βιώσιμες επιχειρήσεις που θέλουν να είναι συνεπείς, αλλά χρειάζονται ρεαλιστικούς όρους αποπληρωμής.
Χρειάζεται επίσης ουσιαστική μείωση της προκαταβολής φόρου. Δεν είναι λογικό να αφαιρείται από μια επιχείρηση πολύτιμη ρευστότητα για εισόδημα που δεν έχει ακόμη αποκτήσει. Παράλληλα, είναι καιρός να λειτουργήσει ένας αυτόματος συμψηφισμός των απαιτήσεων των επιχειρήσεων από το Δημόσιο με τις φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές τους. Το κράτος δεν μπορεί να απαιτεί άμεση πληρωμή, όταν το ίδιο καθυστερεί να εξοφλήσει όσα οφείλει.
Αναγκαία είναι και η στοχευμένη μείωση των εργοδοτικών εισφορών για νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης, αυξήσεις μισθών και μετατροπή της μερικής σε πλήρη εργασία. Η δημιουργία περισσότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων περνά και μέσα από τη μείωση του κόστους που αναλαμβάνει μια επιχείρηση όταν επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό της.
Τέλος, απαιτούνται σταθερά φορολογικά κίνητρα για πραγματικές παραγωγικές επενδύσεις: σε νέο εξοπλισμό, ψηφιακό μετασχηματισμό, τεχνητή νοημοσύνη, ενεργειακή εξοικονόμηση, καινοτομία και εξωστρέφεια.
Για να έχουν αποτέλεσμα, αυτά τα κίνητρα πρέπει να είναι απλά, προβλέψιμα και πραγματικά προσβάσιμα και στις μικρότερες επιχειρήσεις.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συγκροτούν τον βασικό ιστό της απασχόλησης, της περιφερειακής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής. Η στήριξή τους έχει μεγαλύτερη αξία, όταν τους επιτρέπει να γίνουν ισχυρότερες, πιο παραγωγικές και πιο εξωστρεφείς.
Η φετινή ΔΕΘ είναι μια ευκαιρία να περάσουμε από τις προσωρινές διευκολύνσεις σε μια σταθερή πολιτική υπέρ της παραγωγής και της δημιουργίας. Να δώσουμε, επιτέλους, περισσότερο χώρο σε εκείνους που επιχειρούν, επενδύουν και κρατούν καθημερινά την οικονομία σε κίνηση.


