Το 2027 θα είναι το πραγματικό τεστ της ελληνικής οικονομίας
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης στο τέλος του 2026 θα αλλάξει ουσιαστικά τους όρους της αναπτυξιακής συζήτησης στη χώρα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η επενδυτική δυναμική που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια μπορεί να συνεχιστεί όταν περιοριστεί η ώθηση ενός τόσο ισχυρού ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού εργαλείου. Αυτό θα είναι το πραγματικό τεστ για την ελληνική οικονομία.
Η αναλογία των επενδύσεων προς το ΑΕΠ έχει αυξηθεί από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Το επενδυτικό κενό με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει περιοριστεί σημαντικά, παραμένει όμως αισθητό. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη επισημαίνει ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου θα περιορίσει την επενδυτική ώθηση τα επόμενα χρόνια. Επομένως, η συζήτηση πρέπει ήδη να αφορά την επόμενη ημέρα.
Πρώτη προϋπόθεση είναι να κινητοποιήσουμε πολύ περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια. Το Ταμείο Ανάκαμψης απέδειξε ότι, όταν υπάρχει χρηματοδότηση με ανταγωνιστικούς όρους, σαφές πλαίσιο και ώριμα επενδυτικά σχέδια, οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν. Το δανειακό του σκέλος συνδύασε ευρωπαϊκούς πόρους, τραπεζική χρηματοδότηση και ίδια κεφάλαια, δημιουργώντας σημαντική μόχλευση.
Αυτή η λογική χρειάζεται συνέχεια. Τα νέα χρηματοδοτικά και εγγυοδοτικά προγράμματα μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Το ίδιο ισχύει για τις επιταχυνόμενες αποσβέσεις σε επενδύσεις εκσυγχρονισμού. Είναι εργαλεία που μπορούν να βοηθήσουν, εφόσον ενταχθούν σε ένα συνεκτικό σχέδιο για το χρηματοδοτικό κενό που θα αφήσει η ολοκλήρωση του Ταμείου.
Χρειάζεται, παράλληλα, μεγαλύτερη ποικιλία πηγών χρηματοδότησης. Η ελληνική οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό τραπεζοκεντρική. Η κεφαλαιαγορά, το venture capital, το private equity, τα εταιρικά ομόλογα και νέα εργαλεία συμμετοχικής χρηματοδότησης μπορούν να κινητοποιήσουν περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια και να δώσουν στις επιχειρήσεις περισσότερες επιλογές.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το ζήτημα είναι ακόμη πιο συγκεκριμένο. Χρειάζονται κεφάλαια για να επενδύσουν σε τεχνολογία, να εξάγουν, να συνεργαστούν, να μεγαλώσουν. Το μικρό μέγεθος παραμένει διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας και συχνά περιορίζει τόσο την πρόσβαση στη χρηματοδότηση όσο και τη δυνατότητα υλοποίησης μεγαλύτερων επενδύσεων.
Γι’ αυτό έχει σημασία και ο τρόπος με τον οποίο θα εφαρμοστούν τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Το πραγματικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το πόσες μικρές επιχειρήσεις θα χρηματοδοτηθούν, με ποιο κόστος, με ποιες εξασφαλίσεις και σε πόσο χρόνο. Οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να φτάσουν σε επιχειρήσεις με βιώσιμα σχέδια και προοπτική ανάπτυξης.
Η επενδυτική δυναμική εξαρτάται και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί μια επιχείρηση. Η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση και στη Δικαιοσύνη, η πολυπλοκότητα των κανόνων και το κόστος συμμόρφωσης επηρεάζουν άμεσα κάθε επενδυτική απόφαση.
Το ίδιο ισχύει για τη φορολογία και τη ρευστότητα. Ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο, ισχυρότερα κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις, συγχωνεύσεις και συνεργασίες, καθώς και ταχύτερη αποκλιμάκωση της προκαταβολής φόρου μπορούν να απελευθερώσουν πόρους για επενδύσεις, προσλήψεις και κεφάλαιο κίνησης.
Κρίσιμος παράγοντας είναι και η ενέργεια. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει προχωρήσει σημαντικά, όμως η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και της μεταποίησης κρίνεται από το τελικό κόστος που πληρώνει η επιχείρηση. Χρειάζονται ταχύτερες επενδύσεις στα δίκτυα, στην αποθήκευση και στις διασυνδέσεις, καθώς και περισσότερες δυνατότητες για αυτοπαραγωγή και μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας με ανταγωνιστικούς όρους.
Αντίστοιχη βαρύτητα έχει η τεχνολογία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γίνει εργαλείο αύξησης της παραγωγικότητας σε ολόκληρη την οικονομία. Για να συμβεί αυτό, η πρόσβαση σε τεχνογνωσία, χρηματοδότηση και δεξιότητες πρέπει να φτάσει και στις μικρότερες επιχειρήσεις. Διαφορετικά, η τεχνολογική μετάβαση κινδυνεύει να διευρύνει το παραγωγικό χάσμα μέσα στην ίδια την επιχειρηματική κοινότητα.
Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα βασικό ζητούμενο: η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, ισχυρότερη βιομηχανία, μεγαλύτερες εξαγωγές και επιχειρήσεις που μπορούν να αποκτήσουν μέγεθος. Να επενδύσουν στην τεχνολογία, στην καινοτομία και στους ανθρώπους τους. Να μπουν σε νέες αγορές και να ανταγωνιστούν με καλύτερους όρους. Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η ανάπτυξη μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η φετινή ΔΕΘ ανέδειξε και μια ευρύτερη πολιτική διάσταση αυτής της συζήτησης. Μεγάλο μέρος της δημόσιας προσοχής στράφηκε στις παροχές, στις ελαφρύνσεις και στις άμεσες δεσμεύσεις προς τους πολίτες. Είναι απολύτως θεμιτό να συζητάμε πώς θα στηριχθούν τα νοικοκυριά που πιέζονται από την ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος και την ενεργειακή αβεβαιότητα. Η κοινωνική πολιτική έχει ουσιαστικό και αναγκαίο ρόλο.
Η βιωσιμότητα, όμως, της κοινωνικής πολιτικής εξαρτάται από την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας. Από το αν η χώρα θα καταφέρει να αυξήσει τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τις εξαγωγές και το μέγεθος των επιχειρήσεών της. Ο στόχος που τέθηκε στη ΔΕΘ για αύξηση των επενδύσεων από τα 46 στα 65 δισ. ευρώ κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Χρειάζεται τώρα συγκεκριμένο σχέδιο, χρηματοδοτικά εργαλεία και μεταρρυθμίσεις που θα κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια και θα ενισχύσουν την παραγωγική βάση.
Και αυτό το μήνυμα αφορά το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Οι οικονομικές προτάσεις των κομμάτων πρέπει να απαντούν όχι μόνο στο τι θα διανεμηθεί, αλλά κυρίως στο πώς θα αυξηθεί ο πλούτος που παράγει η χώρα. Από πού θα προέλθουν οι πόροι, ποιες επενδύσεις θα κινητοποιηθούν και ποιες μεταρρυθμίσεις θα δημιουργήσουν σταθερά υψηλότερη παραγωγή και εισόδημα.
Η επιχειρηματική κοινότητα θέλει μια κοινωνική πολιτική που να στηρίζεται σε μια οικονομία που παράγει περισσότερο και δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες ευημερίας, αντί να εξαντλείται στη διαρκή αναδιανομή των ίδιων περιορισμένων πόρων. Αυτό προϋποθέτει μεγαλύτερη παραγωγικότητα, ισχυρότερες επιχειρήσεις, περισσότερες επενδύσεις και μεγαλύτερη εξωστρέφεια.
Το Ταμείο Ανάκαμψης μάς έδωσε χρόνο, κεφάλαια και μια σημαντική επενδυτική ώθηση. Από το 2027 θα φανεί αν αξιοποιήσαμε αυτή την περίοδο για να δημιουργήσουμε μια οικονομία που μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται με πιο ισχυρές δικές της δυνάμεις.
Αυτό θα είναι το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας.
Γιάννης Μπρατάκος, Πρόεδρος ΕΒΕΑ



