Γ. Μπρατάκος: Οι δεξιότητες στο επίκεντρο της ανταγωνιστικότητας
Τα τελευταία χρόνια η ανεργία μειώνεται, αλλά οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρουν τους ανθρώπους που χρειάζονται.
Αυτή είναι μία από τις πιο έντονες αντιφάσεις της σημερινής αγοράς εργασίας και εξελίσσεται σε ουσιαστικό περιορισμό για την οικονομική δραστηριότητα.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν την έκταση του προβλήματος. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι κενές θέσεις εργασίας έφθασαν τις 46.368, αυξημένες κατά 19,4% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Το ζήτημα αφορά ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων: από τεχνικά επαγγέλματα και χειριστές μηχανημάτων έως εργαζομένους στις υπηρεσίες, στο εμπόριο και σε θέσεις υψηλής εξειδίκευσης.
Στο ΕΒΕΑ ακούμε καθημερινά τις επιχειρήσεις να περιγράφουν αυτή τη δυσκολία. Θέσεις παραμένουν κενές για μήνες, το υπάρχον προσωπικό πιέζεται, το λειτουργικό κόστος αυξάνεται και η εξυπηρέτηση της ζήτησης γίνεται δυσκολότερη. Σε αρκετές περιπτώσεις, επιχειρήσεις με δουλειά και προοπτικές αναγκάζονται να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους επειδή δεν μπορούν να στελεχώσουν κρίσιμες λειτουργίες. Όταν το φαινόμενο αποκτά διάρκεια, οι συνέπειες περνούν στην παραγωγικότητα και στην ανταγωνιστικότητα ολόκληρων κλάδων.
Η απάντηση χρειάζεται να ξεκινήσει από μια πολύ καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Πρώτη προτεραιότητα είναι ένας μόνιμος μηχανισμός διάγνωσης και πρόβλεψης των αναγκών σε ειδικότητες και δεξιότητες, ανά κλάδο και περιφέρεια. Η πληροφορία αυτή πρέπει να τροφοδοτεί άμεσα τον σχεδιασμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης και της κατάρτισης, με ουσιαστική συμμετοχή των επιμελητηρίων και των επιχειρήσεων.
Δεύτερη προτεραιότητα είναι η αξιολόγηση της κατάρτισης με βάση το αποτέλεσμά της στην αγορά εργασίας. Η δημόσια χρηματοδότηση πρέπει να συνδέεται περισσότερο με το κατά πόσο οι ωφελούμενοι αποκτούν δεξιότητες που έχουν ζήτηση και βρίσκουν εργασία σε αντίστοιχες θέσεις. Ετσι δημιουργείται και ένα ισχυρότερο κίνητρο ώστε τα προγράμματα να προσαρμόζονται στις πραγματικές ανάγκες.
Υπάρχει, τέλος, η δημογραφική διάσταση. Η διαθέσιμη δεξαμενή εργαζομένων περιορίζεται και η πίεση αυτή θα γίνεται εντονότερη τα επόμενα χρόνια. Η αντιμετώπισή της απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων: καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, περισσότερες προϋποθέσεις επιστροφής Ελλήνων από το εξωτερικό και ταχύτερες, νόμιμες και στοχευμένες διαδικασίες μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, εκεί όπου τεκμηριώνονται συγκεκριμένες ελλείψεις.
Οι 46.368 κενές θέσεις αποτυπώνουν ένα πραγματικό παραγωγικό κόστος: παραγωγή που καθυστερεί, παραγγελίες που δυσκολεύονται να εκτελεστούν, επενδυτικά σχέδια που μετατίθενται. Η κάλυψή τους απαιτεί πλέον μια συνεκτική πολιτική ανθρώπινου δυναμικού, με μεγαλύτερη ακρίβεια στον σχεδιασμό, ταχύτητα στην εφαρμογή και μετρήσιμα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας.



