Δίκαιη και ισορροπημένη η αύξηση του κατώτατου μισθού
Την περασμένη εβδομάδα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 9,6%, η οποία θα ισχύσει από την 1η Απριλίου 2023. Πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά αύξηση τα τελευταία δύο χρόνια, με την οποία η συνολική αύξηση των αποδοχών των αμειβόμενων με τον κατώτατο μισθό την περίοδο 2019 – 2023 ανέρχεται στο 18,9%. Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι η αύξηση αυτή ωφελεί και χιλιάδες ανέργους, καθώς συμπαρασύρει προς τα πάνω μια σειρά από επιδόματα και παροχές.
Έχοντας σταθμίσει τις εισηγήσεις των κοινωνικών εταίρων και των επιστημονικών φορέων, που συμμετείχαν στη σχετική διαβούλευση, η συγκεκριμένη παρέμβαση μπορεί να χαρακτηριστεί ως δίκαιη και ισορροπημένη. Είναι μια αύξηση που ανταποκρίνεται στις αυξημένες ανάγκες των εργαζομένων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τις δυνατότητες και τις αντοχές των ελληνικών επιχειρήσεων. Σε μια περίοδο όπου οι πιέσεις στα εισοδήματα εντείνονται, λόγω του εισαγόμενου πληθωρισμού, αποτελεί απαραίτητο μέτρο διατήρησης της κοινωνικής συνοχής, ενώ αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο και στην αγορά, ενισχύοντας την αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών.
Ο επιχειρηματικός κόσμος, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει λόγω των διαδοχικών κρίσεων, δεν έχει πάψει να αγωνίζεται και να στηρίζει ενεργά την απασχόληση και τα εισοδήματα. Η προσπάθεια αυτή αποτυπώνεται στη σταθερή αύξηση τόσο του αριθμού των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, όσο και των μέσων μηνιαίων αποδοχών τα τελευταία τρία χρόνια, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ.
Για να μπορέσει να διατηρηθεί αυτή η δυναμική, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η πορεία ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και να συνεχιστούν τα βήματα βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να διατηρηθεί το πλέγμα στήριξης των επιχειρήσεων ενάντια στις επιπτώσεις της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης, με στοχευμένες και δημοσιονομικά υπεύθυνες παρεμβάσεις. Οφείλουν, επίσης, να υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις για σταδιακή περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας.
Αν θέλουμε περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, χρειάζεται να οικοδομήσουμε μια οικονομία περισσότερο παραγωγική και ανταγωνιστική, με συνθήκες που επιτρέπουν στις ελληνικές επιχειρήσεις να επενδύουν, να μεγαλώνουν και να αναζητούν εργαζόμενους, προσφέροντας υψηλότερους μισθούς. Ο στόχος αυτός περνά μέσα από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και των πολιτικών που υποστηρίζουν τον παραγωγικό και εξωστρεφή μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Προϋποθέτει ακόμα ενισχύσεις και κίνητρα για την αύξηση του μέσου μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων, για την επιτάχυνση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, για την προσέλκυση επενδύσεων σε κλάδους υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης κ.ά. Παράλληλα, ιδιαίτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στην υλοποίηση συγκροτημένων προγραμμάτων κατάρτισης, ειδίκευσης και επανειδίκευσης, για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των επιχειρήσεων και να δημιουργούνται ευκαιρίες απασχολησιμότητας και καλύτερων αμοιβών για τους εργαζόμενους. Κρίσιμης σημασίας είναι και η διατήρηση ενός σταθερού, ευνοϊκού πλαισίου για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις. Οι θετικές προοπτικές και η βελτιωμένη θέση της ελληνικής οικονομίας είναι το αποτέλεσμα της προόδου που έχει σημειωθεί στους παραπάνω άξονες, παρά τις προκλήσεις και το αντίξοο διεθνές περιβάλλον.


