Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό πυρήνα
Ο όρος «ανταγωνιστικότητα» συμπυκνώνει την οικονομική ισχύ, αλλά και το επίπεδο ευημερίας και την κοινωνική ανθεκτικότητα μιας χώρας. Είναι ο παράγοντας που καθορίζει ποιοι θα παράγουν πλούτο, θα δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας και θα διαμορφώνουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Στην παρούσα συγκυρία, αυτό σημαίνει συγκεκριμένες επιλογές για την Ευρώπη και την Ελλάδα: ενίσχυση των επενδύσεων, αποκατάσταση της ενεργειακής ανταγωνιστικότητας και συστηματική ενίσχυση της τεχνολογίας και του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή οικονομία δείχνει να χάνει έδαφος σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία. Το επενδυτικό χάσμα διευρύνεται, η ενεργειακή κρίση αύξησε δραματικά το κόστος παραγωγής, ενώ η τεχνολογική πρωτοπορία μετατοπίζεται εκτός Ευρώπης, ιδίως σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και οι καθαρές τεχνολογίες. Την ίδια στιγμή, η δημογραφική γήρανση και η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού επιβαρύνουν περαιτέρω τις προοπτικές ανάπτυξης.
Η Έκθεση Ντράγκι αποτύπωσε με καθαρό τρόπο αυτό το διαρθρωτικό έλλειμμα και πρότεινε ένα πακέτο ριζικών παρεμβάσεων, από την κανονιστική απλοποίηση και την εμβάθυνση των κεφαλαιαγορών έως ένα κοινό επενδυτικό εργαλείο και μια ενιαία βιομηχανική στρατηγική.
Ωστόσο, σύμφωνα με αποτίμηση του European Policy Innovation Council (EPIC), μόλις το 15% των συστάσεων έχει εφαρμοστεί πλήρως, το 24% βρίσκεται σε μερική εφαρμογή, ενώ το 61% παραμένει ανεκπλήρωτο. Η συζήτηση στο πρόσφατο άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έδειξε ότι διαμορφώνεται πλέον σαφέστερη πλειοψηφική πίεση για επιτάχυνση, ακόμη και μέσω «ενισχυμένης συνεργασίας» από ομάδες πρόθυμων κρατών.
Το πρόβλημα στην Ευρώπη δεν είναι η έλλειψη φιλοδοξίας και στρατηγικής στόχευσης. Είναι κυρίως η έλλειψη ταχύτητας και συντονισμού στην πράξη. Η Ε.Ε. έχει υιοθετήσει υψηλούς στόχους για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, συχνά οι ρυθμιστικές απαιτήσεις προηγούνται των εργαλείων στήριξης. Η υπερβολική κανονιστική πολυπλοκότητα, η αργή λήψη αποφάσεων και η ημιτελής ενοποίηση των αγορών κεφαλαίου περιορίζουν την ικανότητα για κινητοποίηση επενδύσεων στο μέγεθος που απαιτεί ο διεθνής ανταγωνισμός.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να διατηρήσει παγκόσμιο ρόλο, χρειάζεται έναν οδικό χάρτη ανταγωνιστικότητας με τρεις βασικούς άξονες.
Πρώτον, πραγματική ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και λειτουργική Ένωση Κεφαλαιαγορών. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, και ιδίως οι μικρομεσαίες, δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικές διεθνώς χωρίς πρόσβαση σε χρηματοδότηση με όρους αντίστοιχους με αυτούς που ισχύουν στις ΗΠΑ. Χωρίς βαθιές και ενοποιημένες κεφαλαιαγορές, η καινοτομία και η κλιμάκωση των επιχειρήσεων θα παραμένουν περιορισμένες.
Δεύτερον, εξορθολογισμός της ρυθμιστικής επιβάρυνσης. Κάθε νέα ευρωπαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία θα πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστική αξιολόγηση επιπτώσεων στην ανταγωνιστικότητα και στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Η πράσινη μετάβαση είναι στρατηγική επιλογή, ωστόσο απαιτεί ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα, επαρκή μεταβατικά στάδια και εργαλεία και βεβαίως ουσιαστική χρηματοδότηση, ώστε να μη μετατρέπεται σε κόστος που αποδυναμώνει την παραγωγική βάση.
Τρίτον, στρατηγική αυτονομία σε κρίσιμους τομείς. Η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει την παραγωγική της βάση σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας – ενέργεια, βιομηχανία, τεχνολογία, άμυνα. Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις υπηρεσίες. Χρειάζεται ισχυρή βιομηχανική παρουσία, ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη.
Η ελληνική πρόκληση εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά έχει και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η χώρα μας έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Έχει ανακτήσει δημοσιονομική σταθερότητα και αξιοπιστία, έχει επιτύχει βελτίωση του επενδυτικού κλίματος, αύξηση των εξαγωγών και των τουριστικών εσόδων. Ωστόσο, παραμένουν αρκετές δομικές αδυναμίες.
Το παραγωγικό μας μοντέλο εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή προστιθέμενη αξία, μικρό μέσο μέγεθος επιχειρήσεων και περιορισμένες επενδύσεις σε καινοτομία. Η παραγωγικότητα της εργασίας υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το ενεργειακό κόστος και η γραφειοκρατία εξακολουθούν να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις επιχειρήσεις.
Με αυτά τα δεδομένα, ο ελληνικός οδικός χάρτης ανταγωνιστικότητας χρειάζεται να εστιάσει, με συνέπεια και διάρκεια, σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Χρειάζεται ένα σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, που παρέχει μακροπρόθεσμη ορατότητα και ευνοεί επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.
Χρειάζεται να εξασφαλίσουμε ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και μείωση της γραφειοκρατίας. Η ταχύτητα επίλυσης διαφορών και η απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την προσέλκυση επενδύσεων.
Χρειάζεται σοβαρή επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, η ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης και η συστηματική αναβάθμιση δεξιοτήτων είναι απαραίτητες για να καλυφθεί το χάσμα που ήδη παρατηρείται σε κρίσιμους κλάδους.
Χρειάζεται έμφαση σε πολιτικές που στηρίζουν τη μεγέθυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από περισσότερες επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, επαρκή κεφαλαιακή βάση και πρόσβαση σε σύγχρονα εργαλεία χρηματοδότησης.
Χρειάζεται ενεργειακή στρατηγική που διασφαλίζει ανταγωνιστικό κόστος, νέες επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση και αξιοποίηση των ΑΠΕ με όρους βιομηχανικής πολιτικής.
Σε έναν κόσμο γεωοικονομικών εντάσεων, όποιος δεν παράγει αρκετή αξία, χάνει βαθμούς ελευθερίας. Η Ευρώπη φαίνεται σήμερα να μετακινείται από μια στρατηγική ανθεκτικότητας σε μια στρατηγική ανταγωνιστικότητας, όμως η μετάβαση παραμένει αργή. Αν τελικά προχωρήσει ένα μοντέλο «δύο ταχυτήτων» σε κρίσιμα πεδία — από την ενέργεια και τις κεφαλαιαγορές έως τη βιομηχανική πολιτική — η Ελλάδα θα πρέπει να βρεθεί στον πυρήνα των αποφάσεων.
Η χώρα μας οφείλει να συμμετέχει ενεργά σε κάθε εμβάθυνση που διαμορφώνει τους νέους όρους ανταγωνισμού και να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις που θα της επιτρέψουν να αξιοποιήσει πλήρως τις νέες ευκαιρίες.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αντέξουμε τον ανταγωνισμό, αλλά να τον διαμορφώσουμε με όρους που υπηρετούν τη βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τη μακροπρόθεσμη προοπτική της χώρας.




